Active Member : Μύθοι του βάλτου (1998)

Άβαταρ μέλους
EnterG
Site Admin
Δημοσιεύσεις: 278
Εγγραφή: Τετ Μάιος 29, 2013 9:02 pm
Επικοινωνία:

Active Member : Μύθοι του βάλτου (1998)

Δημοσίευσηαπό EnterG » Πέμ Ιαν 08, 2015 8:22 pm

Εικόνα

Μύθοι Του Βάλτου 2 versions WEA, Warner Music Greece 1998

Tracklist

Intro 3:14
Κάνε Μου Τη Χάρη 4:47
Μύθοι Του Βάλτου 3:44
Η Μελωδία Της Παρακμής (St. Croix Mix) 3:49
Κοσμογονιά 4:07
Φάρσα 4:22
Ασ'τους Εκεί 2:29
Τίποτα Πιά 3:52
Νύχτωσε Απόψε Νωρίς 3:46
Εγώ Φταίω 5:13
Θα'χω Φύγει Μακρυά 4:24
Στου Αιώνα Το Φευγιό 3:59
Ο Αδιάφορος 4:18
Θυμάμαι 4:00
Περί Φόβου 4:38
Καμπάνα 4:26
Μη Νοιαστεί Κανείς 5:36

phpBB [video]


Intro 3:14
Ε για χαρά
κι αν θυμάμαι καλά αυτή είναι η πέμπτη φορά
που σε πιάνω εκεί κρυφά να μ’ ακούς
έχοντας μες την ψυχή σου ακόμα στίχους παλιούς
κι αν τ’ αντέξεις ξανά
θα `ναι καλά αφού ο χρόνος περνά αργά
για μας τους δυο
γι’ αυτό κάνουμε χωριό
λοιπόν αυτό το LP
για να τ’ ακούσεις καλά σκέψου όσα είχα πει
κι ύστερα πες μου
αν έχουν κλείσει οι πληγές μου
απ’ τη δόξα και το χρήμα
και θα σου φτιάξω ένα ποίημα
για κάποιους μάγκες ψημένους άντρες
που κελαηδάνε ωραία σαν γαλιάντρες
που τους ρίχνουν ακόμα στο κλουβί τροφή
μα είναι μεγάλη η στροφή
κι αν δεν την πάνε ανοιχτά
και με τα μάτια απ’ το φόβο κλειστά
θα `ναι μεγάλη η κατηφόρα
αφού έχουν πάρει φόρα
παρόλα αυτά τον δίσκο αυτόν τον έφτιαξα για σένα
κι όλα όσα έχω μαζεμένα
θα `ρθει η ώρα κι όπως γίνεται πάντα
ο τελευταίος λέει τα κακά μαντάτα
γι’ αυτό σου λέω είμαστε οι δυο μας
κι αφού το διάλεξες είν’ το φευγιό μας
βαλ’ το πιο δυνατά λιγάκι να παίζει
κι αν ο χρόνος σε πιέζει
τραβήξου αλλού κι ύστερα πάλι
όταν κουμάντο θα σου κάνει το πάνω το κεφάλι
άκου το όλο μη πάνε τσάμπα τα λεφτά
είναι καμιά εβδομηνταριά λεπτά
κι αν θα γουστάρεις τα ξαναλέμε
κι αν δε σ’ αρέσει εμείς δε φταίμε
εμείς σε πήραμε όπως πάντα σοβαρά
αυτή είναι η πέμπτη μας φορά


Κάνε Μου Τη Χάρη 4:47
Όταν ανοίγεις την καρδιά σου κράτα ρε και λίγο αβάντα
όλα τον κόπο δεν αξίζουν το ίδιο πάντα
μην ξεγελιέσαι και σε παίρνουν χαμπάρι με την πρώτη
μπορεί η τύχη να σου χρωστάει έναν προδότη.
Ή ακόμα ένα φίδι με την γλώσσα ποτισμένη
με φαρμάκι που αντέχει στον καιρό δεν ξεθυμαίνει
μην το χαϊδεύεις λοιπόν κι όταν άκακο σου μοιάζει
κάνε το πρώτος να τρομάζει
Τι έχεις να χάσεις το καλό ή το κακό
έτσι κι αλλιώς θα σε δαγκώσει όταν σε βρει βολικό
θα τυλιχτεί απ’ το λαιμό σου
θ’ αλλάξει δέρμα να ξαλαφρώσει απ’ τον καημό σου
Σ’ αυτά τα μέρη από παλιά μας ζωνουν τα φίδια
δε βρήκα ούτε ένα ρε να κουβαλάει πάνω του αρχίδια
δε βρήκα ούτε ένα να τελειώνει μοναχό του
πάντα κάποιος θα υπήρχε που γελούσε στο χαμό του
Σύνδρομο της κατοχής ή μετάλλαξη εποχής
που οι ρουφιάνοι τώρα είναι άνευ ενοχής
έχουν κώδικα κοινό ίδιο λάκκο για φωλιά
κι από κει που δαγκωνόντουσαν ν’ αλλάζουν φιλιά
Ζευγαρώνουν με καμάρι και φωνάζουν δυνατά
είναι κάτι που γνωρίζουν καλά τα ερπετά
δεν τα ξέρω εγώ αυτά και πάρτε το χαμπάρι
όποιος προδώσει μια φορά θα μου χρωστάει και μια χάρη

Όσα σου έταξα λοιπόν να τα θυμάσαι καλά
κι όταν θα σέρνεσαι όπως λέει κι η κατάρα χαμηλά
να `χεις το νου σου άμα ταιριάξει το φαρμάκι θα σου βγάλω
και να το πιεις με το ζόρι θα σε βάλω
Θα θέλει το κορμί σου την ψυχή σου ν’ αδειάσει
κι ένα θάνατο αργό να σου ταιριάζει
θα θέλει την ντροπή σου λάφυρο για τη ζωή σου
κι όταν θέλουν οι τύψεις θα ξεδιψάνε στην πληγή σου
Γι’ αυτό σου λέω κράτα το μάτι ανοιχτό όταν κοιμάσαι
μια νύχτα σαν κι αυτή θα `ρθω που θα φοβάσαι
να σου τυλίξω το λαιμό με λίγη λάσπη απ’ το βάλτο
μας περισσεύει το κακό εκεί κάτω
Μας περισσεύουν κι οι μύθοι αλλά απ’ αυτό δε σου χαρίζω
σου `χα φτιάξει ένα ψέμα τώρα πίσω δε γυρίζω
θα μείνω εδώ κι όσο καιρό και να μου πάρει,
θα περιμένω γι’ αυτό κάνε μου τη χάρη.

Γιατί όπως λέει κι ο σοφός
όταν του ήλιου βγει το φως
το φίδι άσε μονάχο να συρθεί
μη το βοηθάς να σηκωθεί.

Τι ωραία η προδοσία σου `χει φτιάξει ευλυγισία
για να σου δίνουν οι χαμένοι σημασία
σου ζωγράφισε κι ένα χαμόγελο στο στόμα
σού `φτιαξε μάσκα αφού κατούρησε στο χώμα
Σ’ άλλαξε τη μιλιά κι έδωσε στα πουλιά
για να μιλάνε όσο πετάνε την παλιά
να λένε όποιος την είδε σε μια νύχτα παλληκάρι
ότι είμαι εδώ και μου χρωστάει και μια χάρη.

Κάνε μου τη χάρη, όσα σου έταξα να τα θυμάσαι.
Κάνε μου τη χάρη με το ένα μάτι ανοιχτό να κοιμάσαι.
Κάνε μου τη χάρη να μιλάς δυνατά όταν φοβάσαι.
Κάνε μου τη χάρη, για να σ’ ακούω απ’ όπου και να `σαι.


Μύθοι Του Βάλτου 3:44
Ε για χαρά
κι αν θυμάμαι καλά αυτή είναι η πέμπτη φορά
που σε πιάνω εκεί κρυφά να μ’ ακούς
έχοντας μες την ψυχή σου ακόμα στίχους παλιούς
κι αν τ’ αντέξεις ξανά
θα `ναι καλά αφού ο χρόνος περνά αργά
για μας τους δυο
γι’ αυτό κάνουμε χωριό
λοιπόν αυτό το LP
για να τ’ ακούσεις καλά σκέψου όσα είχα πει
κι ύστερα πες μου
αν έχουν κλείσει οι πληγές μου
απ’ τη δόξα και το χρήμα
και θα σου φτιάξω ένα ποίημα
για κάποιους μάγκες ψημένους άντρες
που κελαηδάνε ωραία σαν γαλιάντρες
που τους ρίχνουν ακόμα στο κλουβί τροφή
μα είναι μεγάλη η στροφή
κι αν δεν την πάνε ανοιχτά
και με τα μάτια απ’ το φόβο κλειστά
θα `ναι μεγάλη η κατηφόρα
αφού έχουν πάρει φόρα
παρόλα αυτά τον δίσκο αυτόν τον έφτιαξα για σένα
κι όλα όσα έχω μαζεμένα
θα `ρθει η ώρα κι όπως γίνεται πάντα
ο τελευταίος λέει τα κακά μαντάτα
γι’ αυτό σου λέω είμαστε οι δυο μας
κι αφού το διάλεξες είν’ το φευγιό μας
βαλ’ το πιο δυνατά λιγάκι να παίζει
κι αν ο χρόνος σε πιέζει
τραβήξου αλλού κι ύστερα πάλι
όταν κουμάντο θα σου κάνει το πάνω το κεφάλι
άκου το όλο μη πάνε τσάμπα τα λεφτά
είναι καμιά εβδομηνταριά λεπτά
κι αν θα γουστάρεις τα ξαναλέμε
κι αν δε σ’ αρέσει εμείς δε φταίμε
εμείς σε πήραμε όπως πάντα σοβαρά
αυτή είναι η πέμπτη μας φορά



Η Μελωδία Της Παρακμής (St. Croix Mix) 3:49
Από που `ρθες, ρε, μεγάλε και παράξενα μιλάς
όλα μου μοιάζουν ωραία, εσύ γιατί μου το χαλάς
όλοι χωράμε παντού γιατί περίεργα κοιτάς
έφαγες πόρτα απ’ τη ζωή μας και γελάς.
Σε κοιτάζω τόση ώρα κι όλο κάτι μου θυμίζεις
δεν μπορεί απ’ το πουθενά μοναχός σου να γυρίζεις
άραξε ρε στη βολή σου
έλα δίπλα ξάπλα και κοιμήσου.
Γιατί τώρα οι ανάσες μας τρομάζουν σαν κραυγές
και οι τύψεις στήνουν γλέντι θες δε θες
τώρα μας πνίγει η συνήθεια βοηθάει κι η ευκολία
είναι όλα τόσο ωραία μοιάζει εύκολη η λεία.
Στην εποχή αυτή που ζούμε των μετρίων
βασιλιάδες οι τρελοί των ηλιθίων
τώρα διαλέγουμε απ’ το ψέμα ένα ψέμα μα όλα ίδια
πιο μεγάλο τώρα ψέμα ανακυκλώσιμα σκουπίδια.
Τα μισόλογα αρκούν άκουσέ με κάτι ξέρω
έχω πει τόσα πολλά κι έτσι πια δεν υποφέρω
θα στα φτιάξω ένα τραγούδι και την άκρη θα την βρεις
πίσω από τη μελωδία τη γνωστή της παρακμής.

Γίναν οι πρόσφυγες τουρίστες και οι ευέλικτοι αρτίστες
πρώτο τραπέζι και η μιζέρια μας στις πίστες
η υπομονή τον πρίγκηπα της περιμένει,
η σιωπή τώρα φωνάζει σαν πεθαίνει.
Ο μικρός ξέρει καλά όταν τρέχει που πηγαίνει
ο μεγάλος δε θυμάται προσπαθεί, μα δε μαθαίνει
ο θεός ψάχνει τον τρόπο μια συγγνώμη να μας πει
έχει πρόβλημα ο δέκτης η επαφή έχει κοπεί.
Τα παράσιτα πολλά μα θα στήσω μια κεραία
στην ταράτσα έτσι για μούρη για να φαίνεται ωραία
έχω σπάσει στο PC μου κωδικό για την τιμή μου
κι έχω σβήσει απ’ τα αρχεία την ντροπή μου.
Η χαρά βγήκε στην πιάτσα και η τιμή είναι προσιτή
μορφωμένος νταβατζής και τσατσά η αρετή
τσαμπουκά πουλάει το μέλλον για να διώξει το παρόν
η ψυχή μας προϊόν συνταγή απ’ το παρελθόν.
Βρυξέλλες Πομπηία Βερσαλίες και Σιών
οίκοι ανοχής και μόδας χαίρουν φιλανθρωπιών
μια φτηνή δικαιολογία για την κάθε μας στιγμή
μια ωραία μελωδία από σένα παρακμή.

Είναι θέμα ζωής (τώρα πια)

και ανάγκη εποχής(όχι για μένα)
η ευκολία για μια λύση της στιγμής (η ευκολία που μας δέρνει της στιγμής)
κι αν την άκρη δε βρεις (ρε άντε γεια)
λίγο πριν να χαθείς (θα γίνουμε ένα)
χάρισμά σου η μελωδία της παρακμής.


Κοσμογωνιά 4:07
Τραβήξου πιο πέρα μούσα μου και δώσ’ μου
λίγο έμπνευση να γράψω δυο λόγια για την γωνιά του κόσμου
που διαλέξαμε να φτιάξουμε το όνειρό μας
με λίγο χώμα και νερό απ’ τον ουρανό μας.
Με τη φωτιά που `καιγε τώρα καιρό τα σωθηκά μας
τρατάρουμε και τον φονιά μας
η φυγή μας στολίστηκε με μελωδίες και λέξεις
και γουστάρουμε πολύ ψυχή μου κοίτα ν’ αντέξεις.
Σκίσαμε λίγο τα μανίκια απ’ την παλιά τη φορεσιά
τώρα χωρίς δεκανίκια και μακριά απ’ τη μοιρασιά
θα κοιτάμε χωρίς ποτέ να γελάμε
κάποτε όλα ήταν μαζί δεν το ξεχνάμε.
Κάποιοι διαλέξανε αυτά τα ρούχα τους να `ναι καλά
ντυθήκανε ανάλογα και φύγαν για ψηλά
άλλοι αράξανε στη λερωμένη τους φωλιά
τώρα οι προδότες είν’ της μόδας να στέλνουνε φιλιά.
Κάποιοι θα ντύσουνε τη φτήνια μας χλιδή
και που `σαι ακόμα τα πιο καλά δεν τα `χεις δει
τώρα που τελειώνουνε τα χρόνια του 9
εδώ στου κόσμου τη μικρή μας τη γωνιά.

Εδώ στου κόσμου τη γωνιά
έφτιαξα όνειρο φονιά,
πέταξα τη φορεσιά,
δε χωράω στη μοιρασιά.

Σ’ αυτήν εδώ λοιπόν τη μικρή κοσμογωνιά
φτιάξαμε όνειρο μικρό φονιά
που μπορεί και να σκοτώσει πρώτα εμάς
ούτε να φοβάσαι μα ούτε και να γελάς.
Όλοι οι άλλο οι παγκόσμιοι ανάγκη δεν έχουν
αν βγει στην πιάτσα η μόδα πίσω της τρέχουν
να της ψωνίσουν νυφικό να της τάξουνε γάμο
και ν’ αφήσουν την ψυχή τους στα πόδια της χάμω.
Όμως εμάς η φωτιά κι η προσφυγιά μας
είναι γκόμενες πιστές στην αγκαλιά μας
που ποτέ τους δε θα φύγουν μέσα απ’ την ψυχή μας
κι αν θα χαθούμε νωρίς θα `ρθουν μαζί μας.
Φτάνει που ζήσαμε παρέα χωρίς ζωή κανείς να κλέψει
κι ούτε απλώσαμε χέρι σε ό,τι είχαμε ζηλέψει
φτιάξαμε μόνοι στη λάσπη το όνειρό μας
το ίδιο μισούμε μετά το λυτρωμό μας.
Το ίδιο ψέμα φτύνουμε απ’ το στόμα
κι αν φοβάστε δεν είναι αργά ακόμα
ο ήλιος θα σας φέρει τα πιο κακά μαντάτα
σε τούτη τη γωνιά θα `μαστε πρόσφυγες για πάντα.
Κι άντε να δώ κουράγιο που θα βρειτε
στους αφέντες σαν ξανά υποκλιθείτε
για να κρεμάσουν το όνειρό μας όμως δε φτάνουν τα σκοινιά
μέχρι εδώ στου κόσμου τη γωνιά.


Φάρσα 4:22
Τριάντα χρόνια και κάθε ψέμα μια ανάσα
μέχρι να πάρω επιτέλους χαμπάρι τη φάρσα
που μού `χες στήσει γλυκιά ζωή καλή μου
θα `πρεπε να `σουν λίγο πιο ευγενική μαζί μου.
Μα εσύ ήσουν σκύλα δεν είχες χιούμορ καθόλου
γι’ αυτό κυλήσαμε και οι δυο κατά διαόλου
τι να μου πούνε οι κλεμμένες στιγμές που έριχνες μπροστά μου
εγώ έχω φτύσει από νωρίς μέσα στα μούτρα τη χαρά μου.
Και ψάχνω γαλήνη μονάχα στο ουρλιαχτό μου
κι ένα καινούριο φόβο για παρέα στο όνειρό μου
τώρα που είμαι πως βρέθηκα να τραγουδώ
γιατί κρατάω λεφτά τι δουλειά έχω εδω.
Ποιοί είναι όλοι αυτοί τριγύρω μου με κάτι πάλι μου μοιάζουν
είναι μικροί που λέν πολλά και με τρομάζουν
ποιος μου μάζεψε όλα αυτά και στην ψυχή μου τα `χει κρύψει
και δεν ξέρω τι έχω χάσει και τι θα μου λείψει.
Γιατί μου έκλεψες ό,τι είχα πάρει από το δρόμο
γιατί τρελαίνομαι και βρίζω όλο τον κόσμο
γιατί τιμώρησες τα χέρια μου να βγάζουν όσα έχω στην ψυχή μου
τραβήξου δε σε θέλω άλλο μαζί μου.

Μα θά `ναι τότε αλήθεια το κρίμα στο λαιμό μου
και μαζί σου θα γιορτάσω το χαμό μου
θα πάνε τσάμπα οι φορές που έκανα δώρο την καρδιά μου
το αντριλίκι το βαρύ που είχα για χρόνια φορεσιά μου.
Τα λόγια τα μεγάλα μου κι αυτά πάνε χαμένα
και θα ζήσω όλα εκείνα που δε γούσταρα για μένα
θα ψάχνω γιατί σιχαίνομαι το φως της μέρας
γιατί ακόμα δε μου μοιάζω για πατέρας.
Γιατί επιμένω μια αγάπη να ζητάω πιο φτηνή
γιατί τα μάτια μου θα κλείνω στη σκηνή
και θα φοβάμαι να αντικρίσω ένα λευκό χαρτί
μα γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά ακόμα γιατί.
Αφού τώρα ξεγυμνώθηκες τελείως μπροστά μου
κι είσαι χορτάτη από στιγμές και όνειρά μου
πήρες και λάθη ήπιες παρέα μου τα πάθη
ήθελα λίγο ουρανό και μ’ έκανες αγκάθι.

Σ’ ευχαριστώ τον πόνο έμαθα κοντά σου
χωρίς να θες γέμισε αίμα η αγκαλιά σου
την πατήσαμε κι οι δυο τι ωραία φάρσα
τώρα σειρά μου να σου κλέψω μια ανάσα.

Ζωή μου βγήκες φάρσα, την πάτησα και `γω
την πιο ζεστή μου ανάσα στην έκανα φευγιό.
Ψέμα σου κάνω πάσα γλέντησε το χαμό μου
κι αν θα κρατήσει η φάρσα το κρίμα στο λαιμό μου.


Ασ'τους Εκεί 2:29
Κι εσύ ρε ήλιε μοιράστηκες πολλά μαζί μου
στο ταξίδι μου σ’ έχω χαραγμένο στο κορμί μου
για να σε βλέπω πάνω στη λιγοψυχιά μου
όταν τα χάνω και πνίγεται η μιλιά μου.
Βγάζω φωτιά για να φωτίσω τον βάλτο
για να πιστέψω ότι κατέβηκες για λίγο κάτω
να δεις ξανά όσα άφησες και σου `μοιαζαν ωραία
να χορεύουν τώρα με τον θάνατο παρέα.
Να κυλιούνται στο χώμα με ένα μεγάλο στόμα
να προσπαθεί να αφήσει το φαρμάκι του ακόμα
πάνω στους μύθους, μπορεί και πάνω στο όνειρό μας
μα η φωτιά έγινε πια το ριζικό μας.
Φύλακας άγγελος φυλής που ποτέ δε σβήνει
κι όσες φλόγες περισσεύουν στο σκοτάδι φτύνει
για να κρατήσει μακριά μας όσα σέρνονται ερπετά
και να τα βλέπει να χάνονται στο βούρκο μετά.
Γι’ αυτό σου λέω αν θέλεις να `ρθεις εδώ κάτω ξανά
ξέχνα για λίγο τα λημέρια σου τα φωτεινά
έλα να πέσουμε στη λάσπη και τα φίδια να κοιτάνε
άσ’ τους εκεί καλά περνάνε.

Άσ’ τους εκεί
άσ’ τους εκεί περνάνε ωραία.

Καλέ μου φίλε λοιπόν θα `θελα κάτι να ξέρεις
πριν κατέβεις στο βάλτο και λυγίσεις και υποφέρεις
ότι εγώ έχω ορκιστεί κι έχω διαλέξει
να μείνω εδώ το πετσί μου όσο αντέξει.
Για να κρατήσω σαν ανάμνηση την τελευταία πνοή τους
και να τους δώσω μια ματιά μου να πάρουν μαζί τους
έτσι απλά και μη με κακοκαρδίσεις
αφού τζάμπα δεν αξίζει το μίσος να χαρίζεις.
Κατάλαβέ με την πίκρα μου έφτιαξα μαχαίρι
και την κρατάω πάντα στο χέρι κι ότι φέρει
δεν θέλω να το μοιραστώ με κανέναν σου λέω
κι ούτε τις τύψεις να αποφύγω αν φταίω.
Γιατί έτσι κι αλλιώς άλλοι μας στήσαν παγίδα
κι όταν πέσαν μέσα οι ίδιοι χάρηκα το είδα
γι’ αυτό σου λέω αν δεν αντέχεις
άραξε εκεί στα λημέρια σου τα φωτεινά
σαπίσαν όλα πια στο βάλτο και εδώ είναι πάντα σκοτεινά.

Τώρα χορεύουν τα ερπετά με τον θάνατο παρέα
άσ’ τους εκεί περνάνε ωραία.


Τίποτα Πιά 3:52
Όσο περνάνε τα χρόνια σε κυνηγάνε στιγμές
μήπως και τους πεις μαζί σου αν έχεις όσα θες
αν νιώθεις άνετα ή αν είσαι ευτυχισμένος
αν είσαι αλλιώς μή δείξεις φοβισμένος
θα γίνει ο χρόνος λόγια και παντού θα τ’ ακούς
σαν παλιά μοιρολόγια σε καινούριους καιρούς
και με το ψέμα αγκαλιά θα μοιάζουνε παντοτινά
και η θλίψη θα φορέσει γιορτινά
γι’ αυτό σου λέω, μή σε βαραίνει άλλο το χθες!
μ’ ένα ψέμα σου καλό κέντησε όλες τις πληγές
για ν’ αποφύγεις όλα, όσα μάζεψα εγώ
χωρίς να ξέρω γιατί και κοντεύω να πνιγώ
απ’ ό,τι θέλω κι απ’ ό,τι θέλουν από ‘μένα
τελευταία φορά, που τα’ χω χαμένα
θα κάνω ό,τι έκανα παλιά χωρίς να ξέρω γιατί
με τους ήχους κι απλά θα γράφω στο χαρτί
γι’ αυτά, που πήρα χωρίς να ξέρω αν τα θέλω
γι’ αυτά, που έδωσα και τώρα πίσω δεν τα θέλω
κι όσα νόμιζα ότι μου κάτσανε καλά
σας τα χαρίζω, δε θέλω τίποτα πια

Μήπως θέλεις τ’ όνειρό σου ντυμένο καλά;
δε θέλω τίποτα πια!
το χαμένο σου ιδρώτα μήπως θες σε φράγκα πολλά;
δε θέλω τίποτα πια!
μήπως θέλεις μια κλεμένη παλιά αγκαλιά;
δε θέλω τίποτα πια!
ή μήπως θες απ’ τη ζωή την τελευταία γουλιά;
δε θέλω τίποτα πια!

Λες να θέλω να σκεπάσω όσα έχω φτύσει;
αφού μια ανάσα μπορεί να με γκρεμίσει
και να βγάλει απ’ την ψυχή μου τα κρυμμένα
που έχω πληρώσει δυο φορές δεν είναι κλεμμένα
λες να θέλω μια αγκαλιά που να μυρίζει όπως παλιά;
και μια μούσα με κατάξανθα μαλλιά;
να μ’ ακουμπάει το φαρμάκι στις πληγές μου με τη γλώσσα
όχι δε θέλω! έμαθα τόσα
λες να θέλω να μετρήσω τον χαμένο μου ιδρώτα
και να τον φτιάξω χαρά και φως όπως και πρώτα
να τον αφήσω να κυλάει με το αίμα
αν θα μ’ αγγίξεις δε θα `ναι ψέμα
λες να θέλω να μοιραστώ τη μοναξιά μου;
με κάποιον που ζητάει κάτι από μένα στη σκηνή μπροστά μου;
Και να τ’ αφήσω δυο λόγια από έναν μύθο του βάλτου
για να τα κάνει με το ζόρι δικά του
όχι δε θέλω! Να μπει στη λάσπη κι έτσι να με δει
η ζωή γιατί δε με γουστάρει από παιδί
γιατί δεν ήξερα τι ήθελα αλήθεια από παλιά
και δε μου φτάνει η τελευταία της γουλιά

Μήπως θέλεις τ’ όνειρό σου ντυμένο καλά;
δε θέλω τίποτα πια!
το χαμένο σου ιδρώτα μήπως θες σε φράγκα πολλά;
δε θέλω τίποτα πια!
μήπως θέλεις μια κλεμμένη παλιά αγκαλιά;
δε θέλω τίποτα πια!
ή μήπως θες απ’ τη ζωή την τελευταία γουλιά;
δε θέλω τίποτα πια!

Μήπως φοβάσαι και δε θες τίποτα πια;
Μήπως θυμάσαι όσα είχες πάρει αγκαλιά;
Μόνο αν θες να σε λυτρώσω απ’ τα παλιά
Εδώ έχω πιες, την τελευταία σου γουλιά


Νύχτωσε Απόψε Νωρίς 3:46
Έφτασε η μέρα ήλιε δε μου έκανες τη χάρη να μη βγεις
έσβησες άστρα και φεγγάρι με το χρώμα της αυγής
πήρες της νύχτας το σκοτάδι μου το `φερες για δώρο
τώρα είναι όλο δικό μου η ψυχή μου έκανε χώρο.
Τι άλλο να πάρω για εκεί που πάω
ξαφνικά ρε ότι βλέπω το γουστάρω το αγαπάω
χτυπάει περίεργα η καρδιά μου φοβάται πιο πολύ
λες να την ντύσουνε κι εκείνη με στολή.
Λες τη μαγκιά μου να την πάρω να τρομάξουν
ή έξω από την πύλη όταν θα φτάσω να με ψάξουν
λες να ζητήσω από την τύχη μου για μια φορά συγγνώμη
ίσως αυτή να μη με ξέχασε ακόμη.
Να πάρω όλες τις ευχές ή θα `ναι κρίμα
που θα `χω βάλει το θεό κι εγώ για βύσμα
να πάρω δρόμο και ‘γω με τη σειρά μου
κοίτα ειρωνεία χθες ήπια όλα τα λεφτά μου.
Είπα στην γκόμενα αντίο σε μια πουτάνα τον καημό μου
για να ξεφύγω από τον βρωμικο εαυτό μου
όμως δε γλίτωσα από τίποτα γιατί
την ίδια ώρα γράφει ακόμα πάνω στο χαρτί.
Το ίδιο μέρος και την ίδια γαμημένη μέρα
κι όταν θα φτάσω ψυχή μου κάνε πέρα
κρύψου όπου βρεις κι όπου μπορείς
νύχτωσε απόψε νωρίς.

Πήρα μια απόφαση ψυχή μου έξω απ’ την πύλη
να σε χωρίσω αλλά να μείνουμε δυο φίλοι
και μπήκα μέσα κάθισα πίσω στη σειρά
είδα πολλούς που το `χαν πάρει σοβαρά.
Τότε μ’ ανοίξανε την τσάντα και σε βρήκανε μαγκιά μου
μαζευτήκαν και σ’ αδειάσανε μπροστά μου
πρώτη φορά σε είδα πεσμένη κάπου εκεί
και δε μ’ αφήσαν να σε ντύσω στα χακί.
Μου δώσαν όμως πατρίδα και γράψαν στο χρεωστικό
πως αν ντρέπεσαι γι’ αυτό κράτησέ το μυστικό
κουμάντο εδώ κάνει η σημαία κανένα σχόλιο
έχει αρχίσει και με πιάνει το εμβόλιο.
Λες να γεμίσω περηφάνια ανοχή και αντοχή
και τα όνειρά μου να βαράνε προσοχή
μα δεν πρέπει να με νοιάζει αφού μου δώσανε κρεβάτι
είμαι εντάξει έχω δικό μου κάτι.
Απ’ ότι ακούω θα μας πάνε πιο μετά και για φαΐ
ότι και να `χει θα γουστάρω έχω να φάω απ’ το πρωί
θα μας βάλουν στη σειρά μετά απ’ το δείπνο
και θα μας πάνε για τον πρώτο μας τον ύπνο.
Μας το `πε ένας λοχίας που παράξενα μιλούσε
έτσι δεν είναι ρε μεγάλε εσύ από που `σαι
απ’ όπου και νά `ρθες κοίτα να το χαρείς
νύχτωσε απόψε νωρίς.

Νύχτωσε απόψε νωρίς
ψυχή μου κρύψου όπου βρεις
νύχτωσε απόψε νωρίς
και ξέρεις που θα με βρεις


Εγώ Φταίω 5:13
Ένα σημάδι απ’ τη φωτιά έχω στον ώμο χαραγμένο
έναν ήλιο μικρό με φλόγες τυλιγμένο
ένα κρυφό μονοπάτι που βγάζει στην ψυχή μου
σ’ ένα κρυμμένο αλήτη που σέρνω μαζί μου.
Έκανα αμάν για το βάλω ν’ αράξει
του έταξα τόσα που έχει ξεχάσει για να αλλάξει
του τα `πα αλλιώς μήπως και με γλιτώσει
ψέμα πολύ για όσα δεν πρόλαβε να νιώσει.
Κι εσύ ήρθες τώρα να μου θυμίσεις ότι υπάρχει
ότι θα κάνει τα δικά του άμα λάχει
μα δε φαντάζεσαι ούτε και ξέρεις ρε τι κάνεις
και πάντα μετά τρέχεις και δε φτάνεις.
Άστο λοιπόν έχεις μαγκιά συνθετική
και δεν ταιριάζει να κυλήσεις κάπου εκεί
γιατί αν βρεθείτε τετ α τετ θα εκτεθείς
έχεις πει τόσα πολλά που θα θέλεις να χαθείς.
Κι άλλο μου λάθος όταν το στόμα άνοιγες τέντα
έπρεπε να στον γνωρίσω απ’ τη πρώτη σου κουβέντα
μα έτσι που πας θα την βρεις την ευκαιρία
όταν του κλείσεις ραντεβού θα κάνεις πάλι την κυρία.
Τα λόγια θα μασάς στο φάτσα κάρτα
κι αυτός θα σου μιλάει παντελονάτα
μα δε βαριέσαι τις μαλακίες πληρώνω και σας λέω
συγγνώμη που υπάρχετε και οι δυο σας εγώ φταίω.

Εγώ φταίω που ο αέρας που αναπνέω βρωμάει φωτιά
εγώ φταίω στραγγίζω όσα λέω σε μια ματιά
εγώ φταίω που έμαθα να πετάω χωρίς φτερά
εγώ φταίω για πάρτη μου κρατάω μια ανάσα τη φορά.

Θα συνεχίζω να στραγγίζω όσα λέω σε μια ματιά
και να θέλω ότι αναπνέω να μυρίζει φωτιά
για να θυμάμαι ότι φταίω θ’ αγγίζω το σημάδι
θα κερνάω την ζωή μου μια ανάσα στο σκοτάδι.
Κι αν βρω κουράγιο θα ξεκόψω απ’ τον αλήτη
θα τον βγάλω απ’ την ψυχή μου θα του φτιάξω άλλο σπίτι
στο μυαλό μου κι έτσι θα γουστάρουν όλοι
θα πάρω έναν καριόλη θα μοιράζονται οι ρόλοι.
Θα στείλω τη μαγκιά μου διακοπές
και θα πείσω την καρδιά μου να χτυπάει όπως θες
να μου δανείσεις πρέπει λίγα λόγια μασημένα
πως να προδώσω να μου δείξεις ρε κι εμένα.
Πρέπει να μου πεις ότι δε φταίω μόνο εγώ
δε φταίω μόνο εγώ δε φταίω μόνο εγώ
και πρέπει να με σώσεις απ’ τις τύψεις μην πνιγώ
απ’ τις τύψεις μην πνιγώ απ’ τις τύψεις μην πνιγώ.
Για σκέψου αν δεν μπορέσω να ξεκόψω τελικά
να τρελαθώ παρέα του έτσι στα ξαφνικά
να μοιραστούμε την εκδίκηση γουλιά γουλιά
να θυμηθώ με τον αλήτη τα παλιά.
Να πάνε τσάμπα όλα ρε
κι ας είχα πει πως ποτέ
δε θα με δει η φωτιά τα όνειρά μου να καίω
και να φωνάζω πως για όλα εγώ φταίω.


Θα'χω Φύγει Μακρυά 4:24
Δε μετάνιωσα ποτέ για όσα άφησα να φύγουν
πες μου ρε φίλε τότε γιατί στιγμές μου με πνίγουν
δεν άπλωσα το χέρι σ’ όσα μ’ είχαν προδώσει
ούτε ζήτησα απ’ το παρελθόν ποτέ να με γλιτώσει.
Έστηνα πάντα την τύχη μου στα ραντεβού μας
εγώ κι οι στίχοι μου δεν είχαμε ποτέ το νου μας
χαρίζαμε ελπίδα ενώ φαινόταν η παγίδα
φτιάξαμε ουρανό στη σκηνή κάθε σανίδα.
Για να νιώθουν αστέρια όλοι όσοι πατάνε
να φεύγουνε γι’ αλλού όσο τραγουδάνε
κι εσύ ψυχή μου με ρωτάς για ποιον ακόμα φωνάζω
για ποιον γελάω δυνατά και ποιον τρομάζω.
Για ποιον λαό για ποιον θεό για ποιούς αγώνες
για ποια αδέλφια ποιούς χειμώνες ποιες εικόνες
τι να τα κάνω όλα αυτά που φτύσαν πάνω στ’ ονειρό μου
αυτά που αποτελειώσανε το λαβωμένο ξωτικό μου.
Κι όσα με ξενερώνουν στο μεθύσι μου πάνω
σαν τα κερνάω ξεθυμάνανε τι να τα κάνω
καρδιά μου άλλαξες χρώμα μπήκε νερό στο κρασί μου
στέλνεις το δάκρυ σου στην πιο κρυφή πληγή μου.
Μα εγώ δε βγάζω μιλιά ρίχνω χαστούκια στο χρόνο
για να τρέξει πιο πολύ για μένα μόνο
να τελειώνω δε θέλω από κανένα γιατρειά
θέλω να φύγω μακριά.

Βρήκα νερό στο κρασί μου γι’ αυτό δεν πίνω γουλιά
είναι κρυφή η πληγή μου γι’ αυτό δεν βγάζω μιλιά
βρήκα στο ψέμα μου αλήθεια γι’ αυτό το παίρνω αγκαλιά
και πρίν μου γίνει συνήθεια θα `χω φύγει μακριά.

Και πάω στοίχημα από κει δε θ’ ακούγονται οι φωνές
δε θα πιάνουνε τόπο οι κατάρες κι οι ευχές
δε θα γιορτάζει ο φόβος με την λήθη στην άκρη
κάθε χαμένο ελιγμό μας και κάθε άδικο δάκρυ.
Δε θα ψάχνω αγάπη σε μάτια τρομαγμένα
και για πρώτη φορά θα φταίω μόνο εγώ για μένα
θα κάνω πλάκα στο αιώνιο σοβαρό μου
θα στήνω φάρσα στο πιο μίζερο εγώ μου.
Θα το βουλώνω τη σιωπή για ν’ ακούω παντού
θα κρατάω λίγη ντροπή δώρο του λυτρωμού
θα καλοπιάνω τις τύψεις με ένα καινούριο μου λάθος
θα αφήνω ψέμα να μοιάζει με πάθος.
Και θα χαζεύω της μοναξιάς τα καμώματα
δε θα γυρεύω συντροφιά τα ξημερώματα
θα βάψω αλλιώς το γαλάζιο τ’ ουρανού εκεί πάνω
τώρα μου φαίνεται ότι φτάνω.
Θα πάρω όμως μαζί μου μια ανάσα φυλακτό
να μη μ’ αφήσει κι από μένα να κρυφτώ
και πρίν το μίσος μου για πάντα κάπου αράξει
να αφήσω όπου πρέπει όλα όσα έχω τάξει.
Γιατί δεν έβαλα ποτέ στο κρασί μου νερό
και ευτυχώς δεν ξεχνάω με τον καιρό
λέω πριν φύγω την πιο κρυφή πληγή μου
τα τηνε γειανω να μην την σέρνω έτσι μαζί μου.


Στου Αιώνα Το Φευγιό 3:59
Τώρα που φεύγεις αιώνα μοιάζεις πολύ με το φευγιό μου
θα σε κάνω δυο λόγια να σε χαρίσω στο γιό μου
θα το κάνω παραμύθι να μοιάζει
για να το πάρει καλά μπορεί και να τον νοιάζει.

Θα σου φερθώ ευγενικά όσο μπορώ φυσικά
ψάχνω τον τρόπο πώς να του το πω κανονικά
πως όταν φώναζε ο θεός δεν τον πήραμε χαμπάρι
εμείς είχαμε το νου μας πως θα πάμε στο φεγγάρι.

Γιατί ζηλεύουν τα πουλιά και δε μας κάνουν χαρά
που έχουμε τώρα σιδερένια μεγάλα φτερά
γιατί τα πόδια μας στη γη σπάνια πατάνε
και τα χέρια μας τιμόνι συνέχεια κρατάνε.

Πώς να του πω ότι η μουσική έβγαινε από ένα χωνί
κι ότι ο πρώτος σινεμάς ήταν πανί
κι ότι μας φτιάξαν ένα μικρό ονειροκούτι
για να γλιτώσουνε μια και καλή όλοι τούτοι.

Πώς να του πω για προσφυγιά για Πόλη και για Σμύρνη
και για εμφύλιους και τέτοια κάγκελο θα μείνει
πώς να πω ευγενικά για πολέμους σε παιδάκι
κι ότι ο πιο τρανός καλό παιδί είχε ένα μικρό μουστάκι.

Πως στην χώρα με τα χιόνια έγινε αφέντης ο λαός
για να γίνει το όνειρο καημός
την αλήθεια αν του πω θα του το βγάλω από τη μύτη
αυτός νομίζει ότι ο Ζορό είναι φίλος του Σημίτη.

Μας σιχαθήκαν οι θεοί και μας δέσαν την ψυχή με τα χέρια
τώρα φοβούνται οι θνητοί που δε θα γίνουν αστέρια
φτιάξαν του αιώνα στολή την πιο μεγάλη μας μιζέρια
κι αν με φοβάσαι ζωή λύσε μου μόνο τα χέρια.

Πρέπει να βρω στην ψυχή μου να ασχολείται μ’ άλλο θέμα
για να μπορέσω να του φτιάξω ωραίο ψέμα
ήρθε η ώρα να του πω για τη φύση και τα ζωα
όχι για `μας, για τ’ άλλα που είναι αθώα.

Γιατί δε μας μιλάνε και δεν πονάνε οι μηχανές
τι είναι τελικά το άγχος και το στρες
πως να του πω ότι ανήκει στην Ευρώπη
και δε μιλάν την ίδια γλώσσα όλοι οι ανθρώποι.

Άντε πες του ότι ο κόσμος τώρα μπήκε σε κουτάκι
άντε πες του ότι η Dolly δεν είναι προβατάκι
κι ότι δεν είναι Power Ranger οι μπάτσοι
αυτό θα το ρισκάρω και στραβά ρε να του κάτσει.

Άντε πες του για μπάσκετ αφού δε πρόλαβε τον Γκάλη
θα νομίζει τώρα η μπάλα ότι είναι πιο μεγάλη
άντε πες του ότι υπάρχουνε παιδιά που ζούν στο κρύο
κι ο μπαμπάς του Mickey Mouse διατηρείται σε ψυγείο.

Άντε πες του για το σπίτι το λευκό
που σκορπάει το κακό όσο γαμεί το αφεντικό
άντε δείξ’ του το δικό μας που είναι τίγκα περιστέρια
κι ότι εκεί μέσα βρωμικα έχουν όλοι χέρια.

Λάθος παραμύθι μοιάζει με τιμωρία
τα ψέματα ν’ αφήσω να του πει η ιστορία
ντρέπομαι για πρώτη φορά μπροστά στο γιό μου
τη βλέπω να του λέω μοναχά για το φευγιό μου.


Ο Αδιάφορος 4:18
Κάτω στον τόπο της φυγής άμα τύχει και περάσεις
μπορεί να δεις πολλά που να θες να τα ξεχάσεις
αν συναντήσεις έναν τύπο που αλλιώτικος σου μοιάζει
μίλα του μπορεί λίγο ζωή να σε κεράσει.
Έχει στα χέρια το δικό του τ’ αμάξι
τρελό για μας γι’ αυτόν εντάξει
κάνει τράκα μπαταρίες κάν’ του λίγο αγάπη τράκα
μην τον λυπηθείς γιατί θα σε πάρει για μαλάκα.
Κι αν είσαι χρόνια σκυφτός και θες να φτάσεις ψηλά
αυτός περήφανος του φτάνουν τα ψιλά
κι αν μιλήσεις για τιμόνι μπροστά του όλο εφέ
πρόσεχε άνετα οδηγάει και κρατάει κι ένα καφέ.
Έχει οργώσει τις πλατείες του ανήκουν όλοι οι δρόμοι
κι αν θα σ’ ενοχλήσει ωραίος θα πει και μια συγγνώμη
δεν κορνάρει και μπροστά σου δε θ’ αράξει
και ποτέ δε βάζει ο Γιάννης γκόμενες στ’ αμάξι.
Εκεί βάζει την ψυχή του η ψυχή μας δε χωράει
τηνε βλέπει που πηγαίνει και από πίσω προχωράει
δεν πληρώνει εφορία τέλη κυκλοφορίας
δεν ξέρει απ’ αυτά ο άρχων της αδιαφορίας.
Πάρ’ του μια καλημέρα να σου πάει καλά η μέρα
κι αν σου βρωμησαν τα χνώτα και ζητάς αέρα
κανόνισε από τώρα που θα πας την Κυριακή
μπορεί να μην γυρίσεις αλλά αυτός θα `ναι εκεί.

Όταν κάτι παράξενο με πιάνει
δεν ‘ναι τυχαίο που συναντάω πάντα τον Γιάννη
κι απ’ της ζωής μου τα ψηλά με ξελαφρώνει
δώσ’ του θεέ μου να κρατάει για πάντα το τιμόνι.

Γιατί είναι τίμιος και βασίζεται σε σένα
φοβάσαι τη ζωή του και ψάχνεις τα κλεμμένα
ζητάει ό,τι του λείπει και λύπηση δε θέλει
ψυχή πιο κυριλέ και σώμα σε κουρέλι.
Αυτός τσέπη δεν έχει στο χέρι ό,τι έχει
ζητάς ό,τι δεν έχει και τσέπη που ν’ αντέχει
για reality show ωραίο θα ήτανε θέμα
θα τρέχαν οι φιλάνθρωποι να του χαρίσουν ψέμα.
Θα `βρισκε δουλειά λεφτά και μια ευκαιρία
φτάνει να συμμάζευε την τόση αδιαφορία
μην εκτεθούν οι ανθρώποι εδώ είναι τώρα Ευρώπη
για να χαθεί το αλλιώτικο υπάρχουν τώρα τρόποι.
Μα εσείς μωρέ γειτόνοι τώρα που θα `στε μόνοι
θα χάσετε για πάντα της ζωής σας το τιμόνι
μαζί κι οι αρχοντάδες κι όλοι οι χαρτογιακάδες
θα χάσουνε το νοήμα να βγάζουνε παράδες.
Και τότε η αδιαφορία σαν δίκαιη τιμωρία
θα πάρει μία θέση κι αυτή στην ιστορία
μαζί με την «Ηρώων» και την «Ελευθερίας»
θα φτιάξετε του Γιάννη μια πλατεία «Αδιαφορίας».


Θυμάμαι 4:00
Κοιμάμαι, μα δεν κοιμάμαι καλά
γιατί όταν πάω χαμηλά
σε στέλνω τόσο ψηλά
που δε με βλέπεις αλλά...
Θυμάμαι, εγώ θυμάμαι πολλά
γι’ αυτό δε νιώθω καλά
και μη μιλάς για τα παλιά
γιατί σε ξέρω καλά.

Δε θέλουμε άνισο παιχνίδι γιατί
έτσι απλά νιώθουμε πιο δυνατοί
εγώ είχα τα κλειδιά απ’ αυτό το μαγαζί
τώρα σας τα πετάω μαζευτείτε όλοι μαζί
και κάντε τα κουμάντα σας κι ότι είναι ας φανεί
απ’ αυτή τη μεγάλη τη hip hop τη σκηνή
που όπως λέτε δε βοήθησα ποτέ κανέναν
τραβιέμαι απ’ έξω πάω πιο ‘κει πριν σιχαθώ κι εμένα
και χάρισμά σας η δόξα και τα φράγκα
μα γελιέσαι αν νομίζεις πως σε κάνουν τούτα μάγκα.
Μάγκα σε κάνουν όσα ζεις κι όχι όσα λες
μάγκας είσαι όταν σέβεσαι λίγο και το χθες
μα τι σου λέω εσύ είσαι αλλού τώρα είσαι εντάξει
τη μαλακία που σε δέρνει ίσως έβαλες σε τάξη
κι όσες θα κάνεις από δω και πέρα
θα ’ναι μεγαλύτερες ρε μέρα με τη μέρα.

Έτσι είναι η μόδα να ’χεις εξέλιξη πριν νιώσεις
να ’σαι έτοιμος πάντα να πουλήσεις να προδώσεις
και ό,τι ζητάει η εποχή να δώσεις
ίσως να ’σαι ο τυχερός εσύ και να γλιτώσεις
Εμείς εδώ low bap αγκαλιά με τη φωτιά
χάρισμά σας τα λεφτά, χάρισμά σας κι η πρωτιά
για όποιον αντέχει η μαγκιά φαίνεται με μια ματιά
και πρόσεχε τι λες δεν παίζουνε μ’ αυτά
γιατί θυμάμαι, θυμάμαι πολλά
γι’ αυτό δε νιώθω καλά
γιατί σε ξέρω καλά.

Κοιμάμαι, μα δεν κοιμάμαι καλά
γιατί όταν πάω χαμηλά
σε στέλνω τόσο ψηλά
που δε με βλέπεις αλλά...
Θυμάμαι, εγώ θυμάμαι πολλά
γι’ αυτό δε νιώθω καλά
και μη μιλάς για τα παλιά
γιατί σε ξέρω καλά.


Περί Φόβου 4:38
Φοβάμαι, μήπως δειλιάσω ψυχή μου
και κρύψω την αλήθεια πιο κάτω απ’ τη φωνή μου
πιο χαμηλά κι απ’ την ανάσα που αφήνω εγώ χαλάλι
ζωγραφιστή στο προσκεφάλι.
Φοβάμαι, ρε, αλήθεια μονάχα μια στιγμή
που θα με στείλει ν’ αγκαλιάσω το σκοτάδι την ντροπή
φοβάμαι την στιγμή που θ’ αντέχω στα μάτια να τους δω
φοβάμαι που είμαι ακόμα ρε εδώ.
Φοβάμαι μήπως δειλιάσω ψυχή μου
και λυπηθώ να σου χαρίσω την ρημάδα τη ζωή μου
φοβάμαι μην ποζάρω για ένα πλάνο κοντινό
κι εκείνη τη φορά που το μικρόφωνο κλειστό θα βρω.
Φοβάμαι που έχω αρχίσει να ξυπνάω μετά τον ήλιο
φοβάμαι δε θυμάμαι τον πιο καλό μου φίλο
φοβάμαι χωρίς λόγο να φοβάμαι γιατί
η μοναξιά μου έχει γίνει ξένη κι αυτή.
Φοβάμαι μήπως μάθω με τα φώτα να ζω
φοβάμαι μήπως φτιάξω ένα τραγούδι χαζό
φοβάμαι το κασέ και την τιμή μου να βρω
και μ’ αρνηθώ, με σιχαθώ.
Μη σου κολλήσω φοβάμαι την κάννη στο κεφάλι
και προλάβεις και τραβήξεις την σκανδάλη
φοβάμαι φοβισμένο να σε δω
φοβάμαι μήπως και σε λυπηθώ.

Φοβάμαι αν είσαι ακόμα μαζί μου
μήπως δειλιάσω ψυχή μου

Φοβάμαι μήπως δειλιάσω ψυχή μου
και κρύψω την αλήθεια πιο κάτω απ’ τη φωνή μου
φοβάμαι αν είσαι ακόμα μαζί μου
μήπως δειλιάσω ψυχή μου.

Δε φοβάμαι όμως ρε όσο υπάρχει βινύλιο
δε φοβάμαι όταν βρέχει στο μεγάλο προσήλιο
δε φοβάμαι όταν πνίγει η ομίχλη τ’ αστέρια
θα ‘χει κι αύριο πολλά είναι τόση η μιζέρια.
Δε φοβάμαι το λάθος μου εγώ να πληρώσω
δε φοβάμαι το ξέρω, δεν μπορώ να γλιτώσω
δε φοβάμαι Σωτήρη θα την βρεις την αλήθεια
δε φοβάμαι το φόβο που είναι μόνο συνήθεια.
Δε φοβάμαι το χρήμα, αλλά αυτό με φοβάται
ούτε κι αν την ξεχάσω γιατί αυτή με θυμάται
δε φοβάμαι τα χέρια μου αντέχουν ακόμα
ζωγραφίζω στιγμές με το χρόνο για χρώμα.
Δε φοβάμαι τα ξίδια μόνο τ’ άλλα φοβάμαι
δε φοβάμαι τη νύχτα γιατί μέρα κοιμάμαι
δε φοβάμαι ψυχή μου να χαθεί το τομάρι
δε φοβάμαι ν’ αφήσω κάτι απ’ όσα έχω πάρει.
Δε φοβάμαι κανένα παρά μόνο εμένα
όταν τα `χω χαμένα και κολλάει η πένα
δε φοβάμαι να δώ αν είσαι ακόμα μαζί μου
ή πριν αρχίσω είχες δειλιάσει ψυχή μου.


Καμπάνα 4:26
Μες στο δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους χανότανε
σε χάος γαλάζιο
ψηλά ας μ’ αφήνατε
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη,
στόμα κλειστό.

Ποιο χέρι απλώθηκε
να με σπαράξει
απ’ το χρυσόνειρο
στην άγια πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή,
με τραβάς, αίμα μου
ξανά στη Γη.

Ω! σεις χαμόσυρτα
λερά σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια!
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή.

Δεν είναι κέντρισμα
να σας κουνήσει,
κορμιά, που η άλυσσο
τα ’χει τσακίσει!
Σκέψη, ποιος άνεμος
θέ ν’ αξιωθεί
να σ’ ανατάραζε,
σκότος βαθύ;

Πίσου απ’ τα λόγια μου
πίκρα φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί;

Να `ταν να ξήλωνεν
απ’ την καρδιά μου
Μοίρα καλόβουλη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνε
μ’ άξιο φτερό
σκέψη που μέστωσε
με τον καιρό.

Πάνω από θάλασσες
πάνω από χώρες
με τον καλόκαιρο
και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν αγαλινά
όπου τ’ ανθρώπινο
πλήθος πονά.

Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες,
λιμάνια ολόκαπνα,
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά
και φυλακές,
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.

Στα στήθια να μπαινα
σαν την ανέσα,
σφυγμός βαθύρριζος
στις φλέβες μέσα
στο νου σαν άστραμα
και στην ψυχή,
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα
τη διδαχή:

Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε!
Ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε.
Στις νέες ανάγκες σου
κόπος βαρύς,
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρεις.

Αν είν’ η σκέψη σου
πριν από σένα,
δεν είναι απόκομμα
θεού και γέννα.
Τη σκλάβα σκέψη σου, σκλάβα δετή
σου τηνε πλάσανε
οι Δυνατοί.

Φτωχέ, σου μάραναν
κόποι και πόνοι
τη θέληση άβουλη
πιωμένη αφιόνι!
Αν είναι ο λάκκος σου
πολύ βαθής,
χρέος με τα χέρια σου
να σηκωθείς!

Τ’ άσκημα χέρια σου,
των όλω αιτία,
βαστάνε μάργελη
την πολιτεία!
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου
κάθε αγαθό
του ωραίου περίθετο
το χρυσανθό.

Σφίξε τα χέρια σου,
για Σένα κράτει
τ’ άμοιαστον έργο σου,
την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας
προς τη Χαρά
μέσα σου θά ναβεν
άστρων σπορά.

Κι όπου σε σφάζουνε
δεμένον πίσου,
να βρόνταε άξαφνα
σεισμός αβύσσου,
χίλι’ αστροπέλεκα:
Δεν είναι μπρος!
Κρύβεται πίσω σου
χρόνια ο οχτρός!


Μη Νοιαστεί Κανείς 5:36
Ρε αλήθεια λέω μη νοιαστεί κανείς
αν πρέπει νωρίς να τραβηχτούμε εμείς
θα το κάνουμε μονάχοι πιο πέρα
για να ανασάνει ξανά η ψυχή μας αέρα.
Με μια Διαμαρτυρία αρχίσαμε κάποτε εμείς
τώρα κομμάτι κι εμείς της παρακμής
η ψυχή μας δεν ξέρω αν έπιασε τόπο
ούτε αν άξιζε ρε φίλε τον κόπο.
Πού’ναι το hip hop που ονειρευόμουνα παλιά
τότε που είχαμε βουτήξει τη ζωή απ’τα μαλλιά
και τη βάζαμε μπροστά μας να ραπάρει
τώρα φωνάξαμε τον διάολο να μας πάρει.
Μετά βρεθήκαμε μ’άλλους στην Ώρα Των Σκιών μαζί
τίγκα λοιπόν το μαγαζί
και μη ρωτάς που είναι τώρα όλοι αυτοί
είναι σκόρπιοι μπροστά σου και ψάξ’το γιατί.
Ύστερα μπήκαμε στο Μεγάλο το Κόλπο
κι εκεί ψυχή μου σαν να βρήκες τον τρόπο
να πεις όσα φοβούνται οι άλλοι
και μ’έσπρωξες να βάλω στη φωτιά το κεφάλι.
Τότε βαφτήσαμε Low Bap τ’όνειρό μας
χωρίς να ξέρουμε αν είναι για καλό μας
και τρελαθήκανε όλοι τότε οι μοδάτοι
στο παραμύθι που αλλάξαμε κάτι.
Για να’χει το τέλος αυτό που του αξίζει
και να μπορεί τη ζωή να στραγγίζει
και να κρατήσει όσο γουστάρουμε εμείς
κι αν χαθεί μπράβο της παρακμής.

Ρε μη νοιαστεί κανείς(ρε μη νοιαστεί κανείς)
αν θα χαθούμε εμείς
μαγκιά τους μπράβο της παρακμής
(μπράβο της παρακμής)
Μη λυπηθεί κανείς(μη λυπηθεί κανείς)
στον κόσμο μας εμείς
κι εσύ μαλάκα βιάστηκες να χαρείς
κι εσύ μαλάκα

Φτάσαμε τότε αισίως κάπου στο 96
και καναδυό είχαν ακόμα αντέξει
κι ήρθαν μαζί μου στον Τόπο Της Φυγής
να βρούμε τα σημάδια μιας παλιάς πληγής.
Να δουν από κοντά την αλεπού όταν μπαίνει στο βάλτο
να κοιτάει τον ουρανό από κάτω
να πετάει φωτιά με τα χέρια
όταν οι άλλοι έχουν γίνει ήδη αστέρια.
Σε μια παράσταση μεγάλη σιωπής
με λόγια και μουσικές περιωπής
πιθικάκια διαλέξανε τον πρώτο τους ρόλο
κι οι αφεντάδες ετοιμάζουν hip hop στόλο.
Να κυριεύσουν πόλεις και χωριά
για να μαζέψουν πολλά φλουριά
βρήκανε στιλ και μόδα καινούρια
ας τους ψυχή μου να κάνουν γιούρια.
Εσύ μείνε κοντά μου και κοίτα
να τρώνε οι άλλοι μονάχοι την πίτα
και στάσου όσο αντέχεις αντίκρυ θανάτου
με τους Μύθους εκείνους του Βάλτου.
Γράφετε ΕΛΛΗΝΙΚΑ και όχι greeklish.
Διαβάστε τους κανόνες και τις οδηγίες χρήσης του φόρουμ.
Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook και εγγραφή στο κανάλι μας : youtube

Social Media

       

Επιστροφή σε “Active Member : Δισκογραφία αναλυτικά (βίντεο + στίχοι)(υπό κατασκευή)”

Μέλη σε σύνδεση

Μέλη σε αυτήν τη Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 0 επισκέπτες